Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2022
Ροή ενημέρωσης:
Τετάρτη, 11 Ιούλιος 2012 10:32

Ομιλία του προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου στο ΚΕΤΧ σε εκδήλωση για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Εκδήλωση μνήμης και τιμής για την επέτειο  των 38 χρόνων από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί στο ΚΕΤΧ. Η όλη εκδήλωση οργανώθηκε από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, το Δήμο Πατρέων, το Σύνδεσμο Αχαΐας-Κύπρου «Αχαιών Ακτή», και το Σύλλογο Πολεμιστών Κύπρου Νομού Αχαΐας.

Την κεντρική ομιλία της εκδήλωσης εκφώνησε ο πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Κωνσταντίνος Καρπέτας.

Στην ομιλία του ο κ. Καρπέτας ανέφερε τα εξής:

«Η σημερινή μας εκδήλωση σχετίζεται με μια από τις πλέον επώδυνες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας.
Πρόκειται για το πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου που εκδηλώθηκε στις 15 Ιουλίου του 1974 και που έδωσε την αφορμή στην Τουρκία για την εισβολή που ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου του 1974.
Οι συνέπειες και η κατάληξη αυτού του διπλού εγκλήματος έχουν καταγραφεί πλήρως.
Εκεί και τότε σημειώθηκε η παράνομη και συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα κατάληψη του 37% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Εκεί και τότε εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους περίπου 200.000 ελληνοκύπριοι που έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα.
Εκεί και τότε ο ελληνισμός θρήνησε περίπου 4.000 νεκρούς και πάνω από 1.600 αγνοούμενους.
Εκεί και τότε οι Τούρκοι κατέλαβαν το 65% της καλλιεργήσιμης γης, το 70% του ορυκτού πλούτου και της βιομηχανίας, το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων.
Μα πάνω απ’ όλα, εκεί και τότε ο ελληνισμός δέχθηκε ένα ισχυρό πλήγμα και υπέστη μια βαριά πληγή που ακόμα και σήμερα αιμορραγεί.
Αν μάλιστα θελήσουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας οφείλουμε να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας. Το καλοκαίρι του 1974 ο ελληνισμός υπέστη βαριά στρατιωτική και πολιτική ήττα που οι συνέπειές της δεν έχουν ακόμα αναταχθεί και είναι άγνωστο αν θα γίνει δυνατή η ανάταξή τους.
Μπορούμε όμως να δούμε τις προϋποθέσεις που κατέστησαν δυνατή αυτήν την ήττα και να δοκιμάσουμε να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Για τότε αλλά και για σήμερα.
Το πλήγμα του 1974 έγινε δυνατό, πρώτα απ’ όλα, εξ’ αιτίας του θρυμματισμού στο εσωτερικό μας μέτωπο. Οι σχέσεις Αθήνας και Λευκωσίας κινούνταν σε τεντωμένο σκοινί και η μοναδική έγνοια των χουντικών της Αθήνας ήταν η ανατροπή του προέδρου Μακαρίου. Στους σχεδιασμούς αυτούς, ενεπλάκησαν και οι στρατιωτικές δυνάμεις που υπηρετούσαν στην Κύπρο, οι οποίες αντί να υπηρετούν την εδαφική ακεραιότητα του νησιού, ασχολούνταν με την πολιτική συνδράμοντας τους αντιμακαριακούς πραξικοπηματίες της ΕΟΚΑ-Β΄.
Αυτήν τη διαλυτική ατμόσφαιρα του εσωτερικού διχασμού εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ο εξωτερικός εχθρός, δηλαδή η Τουρκία, με τις γνωστές και ολέθριες για εμάς συνέπειες.
Αυτό πιστεύω ότι είναι το πρώτο και βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσουμε. Η αποσύνθεση του εσωτερικού μετώπου είναι πάντα το βούτυρο στο ψωμί του εξωτερικού εχθρού.
Και θα ήθελα να επιμείνω σε αυτό το σημείο, γιατί μας χαρακτηρίζει μια συγκεκριμένη και προβληματική παράδοση σύμφωνα με την οποία φταίνε πάντα οι άλλοι.
Ναι υπάρχουν τεράστιες ευθύνες στη διεθνή κοινότητα.
Πράγματι, ο ρόλος των Βρετανών αλλά και των Αμερικανών στο Κυπριακό ζήτημα υπήρξε διαχρονικά αρνητικός.
Όντως, ο ΟΗΕ αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων.
Ναι, η Τουρκία παρέβη κάθε έννοια διεθνούς δικαίου.
Μπορούμε όμως να εικάσουμε με βεβαιότητα ότι καμιά από όλες αυτές τις πλευρές δεν θα ασκούσε τον ολέθριο ρόλο της, εκείνο το καλοκαίρι του 1974, αν εμείς, Έλληνες και Ελληνοκύπριοι διατηρούσαμε αρραγές το εσωτερικό και εθνικό μας μέτωπο, ασκώντας τις ανάλογες πολιτικές.
Επιτρέψτε παρακαλώ, στο σημείο αυτό, να ανοίξω μια μικρή παρένθεση. 
Τα τελευταία χρόνια ζούμε σε συνθήκες οξείας οικονομικής κρίσης που έχει λάβει χαρακτηριστικά οξείας κοινωνικής και εθνικής κρίσης. Ζούμε και πάλι μια πορεία προς την εσωτερική αποσύνθεση.
Αν η ιστορία έχει να μας δώσει ένα μάθημα, αυτό βρίσκεται μπροστά μας.
Αυτό το μάθημα λέει ότι η εσωτερική αποσύνθεση είναι πάντα προάγγελος εθνικών δεινών.
Δεν μου αρέσει ο ρόλος της Κασσάνδρας, αλλά αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να υπογραμμίσω αυτή τη διαπίστωση και αυτή τη συσχέτιση και κλείνω εδώ αυτήν την παρένθεση.
Κυρίες και κύριοι,
Κοιτούσα το χάρτη του νομού Αχαΐας που βρίσκεται στο έντυπο της πρόσκληση για την σημερινή μας εκδήλωση.
Περιλαμβάνει τα ονόματα των αχαιών πεσόντων και αγνοουμένων και τους τόπους της καταγωγής τους.
Είναι ο Νικόλαος Κατούντας και ο Χρήστος Γρίβας από την Πάτρα, ο Δημήτρης Σιορώκος από τα Βραχνέϊκα, ο Αντρέας Χριστόπουλος από το Μετόχι, ο Χρήστος Γκαβός από το Σταροχώρι, ο Γιώργος Μαρτζάκλης από το Μάνεσι, ο Κώστας Αντωνόπουλος από τα Τριπόταμα, ο Βασίλης Καποτάς από τα Καλάβρυτα και ο Σωτήρης Τζούρας από τις Κορφές.
Το ξέρουμε όλοι.
Σε οποιοδήποτε χωριό της Αχαΐας κι αν πάμε θα δούμε παντού το ίδιο.
Είναι μια στήλη με τα ονόματα των πεσόντων. Στους Βαλκανικούς πολέμους. Στη Μικρασιατική εκστρατεία. Στο έπος του 1940. Στην περίοδο της εθνικής αντίστασης. Και, τώρα, στην Κύπρο το 1974.
Μπορεί κανείς να βρει πολλά στραβά κι ανάποδα σε τούτον εδώ τον τόπο.
Είναι όμως ένας τόπος που έδωσε πάντα το παρόν στους εθνικούς αγώνες.
Και το έδωσε όχι με τα λόγια του αλλά με το αίμα των παιδιών του.
Αυτή είναι η παράδοση του τόπου μας, αυτή είναι η παρακαταθήκη που μας άφησαν οι παλιότεροι αλλά και οι νεώτεροι, αυτή είναι η μνήμη που οφείλουμε να την κρατάμε άγρυπνη, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε σήμερα εδώ».